λύττα


λύττα
бешенство

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "λύττα" в других словарях:

  • λύττα — λύττᾱ , λύσσα rage fem nom/voc/acc dual (attic) λύσσα rage fem nom/voc sg (attic) λύττᾱ , λυσσάω to be raging pres imperat act 2nd sg (attic) λύσσᾱ , λυσσάω to be raging imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύττα — λύττα, ἡ (Α) (αττ. τ.) βλ. λύσσα …   Dictionary of Greek

  • λυττᾷ — λυσσάω to be raging pres subj mp 2nd sg (attic) λυσσάω to be raging pres ind mp 2nd sg (attic epic) λυσσάω to be raging pres subj act 3rd sg (attic) λυσσάω to be raging pres ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύττας — λύττᾱς , λύσσα rage fem acc pl (attic) λύττᾱς , λύσσα rage fem gen sg (attic doric aeolic) λύσσᾱς , λυσσάω to be raging imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύτταν — λύσσα rage fem acc sg (attic) λύττᾱν , λυσσάω to be raging imperf ind act 3rd pl (attic doric aeolic) λύττᾱν , λυσσάω to be raging imperf ind act 1st sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Шпанки — ? Шпанки Шпанская мушка …   Википедия

  • Tollwurm, der — Der Tollwurm, des es, plur. die würmer, ein länglicher Wurm, welchen die Hunde unter der Zunge haben sollen, und welcher, wenn er ihnen nicht genommen wird, die Tollheit verursachen soll; ein altes Mährchen, welches schon zu Plinii Zeiten gangbar …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • неистововатисѧ — НЕИСТОВ|ОВАТИСѦ (4*), ОУЮСѦ, ОУѤТЬСѦ гл. 1. Неистовствовать, бесноваться, безумствовать: камыкъ паньзионъ... сокъ же ѥго цѣли(т)... водны˫а труды. иже сѧ неистовуть. [в др. сп. неистовуѥть]. ѿ вина морьскаго цѣлить. Пал 1406, 137в; в роли с.: iже …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • lita — (Del lat. lytta < gr. lytta, rabia.) ► sustantivo femenino VETERINARIA Ladilla, en especial la del perro. * * * lita (del lat. «lytta», del gr. «lýtta») f. Landrilla; particularmente, la del *perro. * * * lita. (Del lat. lytta, y este del gr.… …   Enciclopedia Universal

  • λύσσα — Θανατηφόρα νόσος, η οποία προκαλείται από έναν νευροτρόπο διηθητό ιό, που μεταδίδεται στον άνθρωπο συνήθως από δάγκωμα ή από αμυχές που προξενούν μολυσμένοι σκύλοι ή και άλλα μολυσμένα ζώα, όπως οι γάτες. Πριν από την πλήρη εκδήλωση της νόσου,… …   Dictionary of Greek

  • Λύκτος ή Λύττος — Αρχαία πόλη της Κρήτης. Ήταν χτισμένη στο όρος Αργαίο, παρακλάδι της Ίδης, και βρισκόταν ΝΑ της Κνωσού, σε μικρή απόσταση από το Λιβυκό πέλαγος. Στην επικράτειά της περιλαμβάνονταν επίσης τα νησιά Μινώα και Στρογγύλη και οι πόλεις Μίλατος και… …   Dictionary of Greek